Παρασκευή, 12 Σεπτεμβρίου 2014

A Wallflower

. . .

-Και στο τέλος τι μένει;
-Εσύ και ο εαυτός σου. Πάντα.
-Και όλη αυτή η αγάπη που πάει όταν τελειώνει;
-Αν είναι αληθινή, είναι παντοτινή. Αλλά συνήθως εξατμίζεται.




-Είσαι καλά τώρα;
-Πολύ καλύτερα. Κάποια λάθη τα κάνεις μόνο μια φορά. Και σε συγκεκριμένα άτομα. Λίγοι έχουν αυτό το προνόμιο.

. . .

-Είσαι κλειστός τύπος. Μου αρέσουν οι εσωστρεφείς τύποι.
-Γιατί;
-Γιατί ο εσωστρεφής τύπος είναι σαν ένα κλειδωμένο κουτί χωρίς να έχεις το κλειδί. Δεν ξέρεις τι κρύβει μέσα, μπορεί να μην έχει τίποτα, μπορεί να περιέχει κάτι πολύ μικρό ή κάτι πολύ μεγάλο. Αλλά δεν έχει σημασία, γιατί η δύναμη και η προσπάθεια που καταβάλλεις για να το ανοίξεις είναι το σημαντικό. Και το γεγονός ότι δεν ξέρεις τι έχει μέσα σε συναρπάζει ακόμα και αν στο τέλος δεν σου αρέσει το περιεχόμενό του. Γιατί τουλάχιστον κατάφερες να το ανοίξεις, καθώς πολλοί δεν μπορούν ή πολύ απλά δεν κάθισαν να ασχοληθούν. Και μου αρέσουν τα κουτιά. Ιδιαίτερα τα ξύλινα.



"He is a wallflower. You see things. 
You keep quite about them. And you understand."



Πέμπτη, 6 Ιουνίου 2013

Words

Και ξέρεις κάτι; Μπορεί να ηρέμησα λίγο με τις πράξεις σου, μπορεί να έχεις ηρεμήσει και εσύ ο ίδιος αλλά παρ'όλο που δεν συμβαίνει κάτι που να ταράζει τόσο πολύ την ψυχική μου ηρεμία, δεν είναι όλα καλά. Δεν νιώθω εκείνο το πράγμα πριν δύο χρόνια στην παραλία, το αίσθημα της γαλήνης. Όταν κάτι το αφήνεις, σε αφήνει και αυτό. Η προσπάθεια από την μία πλευρά έχει αποτέλεσμα, αλλά είναι εφήμερο. Δεν διορθώνει στην ουσία τίποτα. Και όταν πάψεις πλέον να προσπαθείς, επειδή δεν υπάρχει πολύ απλά κάτι άλλο να κάνεις, τότε κάνεις πράξεις γα να προχωρήσεις, χωρίς στην ουσία να προχωράς και νιώθεις ακόμα πιο λύπη για τον εαυτό σου. Βλέπω ένα μεγάλο σύννεφο από τσιγάρο, οι μπύρες σε φέρνουν πιο κοντά και ξεχνάω το ότι δεν θα έπρεπε να με νοιάζει πιά εδώ και καιρό. Ξεχνάω το πόσο πολύ θέλω να γυρίσω πίσω, όχι σε παλιές καταστάσεις αλλά στον παλιό μου εαυτό. Έχασα πολλά πράγματα που τώρα πια δεν έχω τη δύναμη να τα κερδίσω πίσω. Μερικές φορές τρομάζω με το πόσο αναίσθητη μπορώ να γίνω στους ανθρώπους δίπλα μου, εκτός από ένα μοναδικό άτομο το οποίο δεν εκτίμησε και δεν κατάλαβε ούτε το ελάχιστο από τα όσα νιώθω για αυτό.
Όλα αυτά που με πλήγωσαν από σένα τα κάνω εγώ τώρα μόνο και μόνο γιατί τα άρχισες εσύ. Μπορεί αυτή η δράση-αντίδραση να μην με τιμάει, αλλά ο χαρακτήρας μου είναι έτσι και εσύ δεν το έχεις καταλάβει ακόμα. Είναι αυτό που μου είχες πει, ότι συνειδητοποίησες ότι δεν γνωρίζεις για μένα όσα γνωρίζω εγώ για σένα. Γιατί σταμάτησες να σε νοιάζει βαθιά, μόνο επιφανειακά. Σταμάτησαν πολλά και δεν μπορώ να τα ελέγξω για σένα, δεν μπορώ πια να κάνω κάτι γιατί δεν υπάρχει κάτι άλλο. Άμα δεν το διορθώσεις εσύ, θα μείνει έτσι αβέβαιο για πολύ καιρό. Όχι ταμπέλες, απλά συναισθήματα. Μόνο αυτά είναι αρκετά. Αλλά γιατί κάτι μου λέει ότι δεν θα προσπαθήσεις ούτε λίγο;
Γιατί ακόμα και να προσπαθήσεις/προσπαθήσω να είναι όλα όπως πριν, δεν έχει νόημα γιατί ποτέ δεν θα είναι και κανείς δεν θα αντέξει. Γι'αυτό και το θέμα δεν είναι να γίνουν όπως πριν, θα ήμουν πολύ ανόητη ώστε να ελπίζω κάτι τέτοιο. Το θέμα είναι ότι χάνουμε ο ένας τον άλλο ακόμα και αν αυτό δεν το καταλαβαίνεις. Δεν γνωρίζεις τα πάντα πλέον για μένα, δεν γνωρίζω τα πάντα πλέον για σένα. Αυτούς τους μήνες έχω αλλάξει πάρα πολύ και εσύ δεν το έχεις κατανοήσει και ούτε ενδιαφέρθηκες να ρωτήσεις. Οι συζητήσεις μας πλέον δεν είναι όπως παλιά. Το μόνο που μας ενώνει πλέον είναι το παρελθόν. Μπορεί να κάνω λάθος, μπορεί και όχι. Πάντως αυτό νομίζω αυτή τη στιγμή και είμαι σίγουρη ότι σε μία βδομάδα θα έχω αλλάξει γνώμη. Γιατί αυτή τη φορά δεν έχω κάποιον που να μοιραστώ απλά μια βόλτα έξω στον ήλιο, γιατί εσύ αρνήσαι να είσαι εκεί. Γιατί στα μάτια σου δεν βλέπω πια αυτό που ένιωθες για μένα ακόμα και όταν αυτό υπήρχε κάτι μήνες πριν. Γιατί δεν μπορώ πιά να σου μιλήσω όπως σου μίλαγα παλιά. Γιατί σταμάτησες να μου λές ότι μ'αγαπάς και αυτό μου επιβεβαίωσε ότι δεν το ένιωσες ποτέ πραγματικά για μένα. Γιατί την τελευταία φορά που μου το είπες ήταν όταν γύρναγες πίσω σε εμένα επειδή κάποιος άλλος σε είχε πληγώσει. Γιατί οι φίλοι μας με κοιτάνε και με βλέπουν σαν κάτι δεδομένο για σένα και μου το λένε, ακόμα και αν αυτό νομίζεις ότι δεν ισχύει. Γιατί εσύ τους έδωσες αυτό το δικαίωμα με τις πράξεις σου. Γιατί έκανα και ανέχτηκα πολλά για σένα ενώ δεν μπορούσα, ενώ εσύ δεν τα έκανες ποτέ. Γιατί δεν μπορώ να σε εμπιστευτώ τελείως και ούτε και εσύ εμένα. Γιατί δεν είσαι εκεί όταν σε χρειάζομαι.
Θέλω να φύγεις. Όχι γιατί δεν σε θέλω. Αλλά γιατί δεν έχω την δύναμη να σε διώξω.

'Cause I see you lying next to me
with words I thought I'd never speak
Awake and unafraid
Asleep or dead.

Δευτέρα, 18 Φεβρουαρίου 2013

And suddenly, I felt nothing

Και τότε -μπουμ- έρχεται το χτύπημα με κάθε λέξη που ακούω, έρχεται ξανά, όχι πάλι όχι άλλο δεν αντέχω. Οι ρυθμοί της καρδιάς δυναμώνουν, δημιουργείται άγχος για το τι θα ακολουθήσει, δεν είμαι έτοιμη, ποτέ δεν είμαι, όχι πάλι, όχι άλλο. Ηρέμησε, ηρέμησε δεν είναι τίποτα, θυμήσου θυμήσου, άνοιξε το φυλακτό στρυφογύρισέ το και διάβασε γρήγορα γαμώτο να προλάβεις πριν τρελαθείς. Ηρεμία ηρεμία πάντα θα γυρνάει πίσω, όχι πάλι σταμάτα δεν θέλω να ακούσω άλλα. Το ήξερα ότι θα συνέβαινε, σε προειδοποίησα, με καθησύχαζες, δεν έπρεπε, έπρεπε να το προβλέψεις και εσύ, η τέλεια ένωση των αντιθέτων, ηρεμία ηρεμία. Σκέψου γρήγορα, όλα θα ήταν καλύτερα άμα δεν ήσουν μόνος όπως αυτός, θυμήσου παλιά, τώρα, θυμήσου ένα Σ'αγαπώ και σε καμαρώνω όσο τίποτε άλλο στον κόσμο όλο, φυσιολογικοί ρυθμοί, ανάσες, γυρνάει πίσω, γυρνάει. Δε θα φύγει ξανά. Τα ίδια συνέχεια μέχρι την επόμενη φορά. Όλα είναι μια συνήθεια, δεν πειράζει. Φαύλος κύκλος. Προβλέψιμος. Δεν έχει σημασία πιά, δεν έχει αξία, είναι λόγια. Ψευδαίσθηση. Ενθουσιασμός -ελπίζεις, ελπίζω. Οτιδήποτε και να γίνει δεν θα σε φτάσει. Ποτέ. Δεν ξέρει, δεν ξέρουν, κανείς δεν ξέρει. Μόνο τα αντίθετα. Ηρεμία, μαγεία, μαγεία ΜΑΓΕΙΑ...

"Τι άλλα νέα λοιπόν;"


Πέμπτη, 14 Φεβρουαρίου 2013

Κάπου κάποτε θα καταλάβεις

Κάπου κάποτε θα καταλάβεις
πόσο πολύ...
πως οτιδήποτε...
οπουδήποτε...
όποτεδήποτε...
πως τα πάντα για...
πόσο πολύ...
πως από τότε και για πάντα θα...

Κάπου κάποτε θα καταλάβεις
σ'ένα νησί ή σε μιά πόλη,
σε μένα κοντά ή μακριά,
μετά από πέντε χειμώνες,
ίσως περισσότερους,
δίπλα στο τζάκι,
σε μίλια, δευτερόλεπτα, χρόνια ανάμεσα.

Κάπου κάποτε θα καταλάβεις
ελπίζω
και όλα θα 'ναι καθαρά
θα βλέπεις χωρίς να κοιτάς
αναρωτιώντας αν αυτό
που υπήρχε πίσω είναι ακόμα εδώ.

Κάπου κάποτε θα καταλάβεις
θα γυρίσεις
και θα είναι αργά.
Ίσως.





Κυριακή, 20 Ιανουαρίου 2013

Let's start with forever


Ήταν μία από τις χιλιάδες μέρες που είχανε ζήσει μαζί. Κανείς δεν είχε ξεχάσει τον άλλο. Κατά έναν περίεργο λόγο, κάθε μέρα, κάθε μέρα σε αυτά τα πέντε χρόνια (365 μέρες επί πέντε κάνει 1.825) και ο καθένας σκεφτόταν τον άλλο την στιγμή που ξύπναγε. Μπορεί να ήταν μία ασήμαντη σκέψη πολλές φορές, δεν έχει σημασία. Μπορεί να ήταν ένα όνειρο που δεν θα θυμούνταν το πρωί. Πάντως ποτέ δεν ξέχασαν ο ένας τον άλλο. 
Ήταν μια μέρα σαν τις άλλες, καθημερινή. Έτσι άρχισε και έτσι θα τελείωνε αν δεν είχε να τον δεί πέντε ολόκληρα χρόνια. Ήταν Κυριακή και είχε αποφασίσει να πάει για τρέξιμο μιας και είχε ηλιόλουστο καιρό. Φόρεσε τα αθλητικά της ρούχα και παπούτσια και βγήκε στο δρόμο. Δε σκεφτόταν απολύτως τίποτα μόνο την μουσική που ηχούσε στα αυτιά της. At first time I left the energy of sun rays, I saw the life inside your eyes.. Δε σκέφτηκε τα μάτια του όμως εκείνη τη στιγμή. Το στάδιο δεν ήταν μακριά, έτσι πήγε με τα πόδια χωρίς να τρέχει. Κάποιος την πήρε τηλέφωνο και άρχισε να μιλάει.
Έστριψε δεξιά. Είδε μια γνώριμη φιγούρα από μακριά να έρχεται που όλο και όσο πλησίαζε της θύμιζε πολλά, μέχρι που συνειδητοποίησε ότι πράγματι ήταν αυτός. Δεν ξέρει τι θα έκανε αν δεν μίλαγε στο τηλέφωνο, καθώς έτσι αντέδρασε πολύ πιο ψύχραιμα απ΄όσο θα αντιδρούσε κανονικά. Αλλά αυτός την ήξερε. Ακόμα και έτσι, ψύχραιμη και ανέκφραστη σχεδόν μπορούσες να καταλάβεις μία αλλαγή στο πρόσωπό της, εμφανή μόνο σε αυτόν. Πότε γύρισε.. Πότε κιόλας, πότε πρόλαβε.. Γιατί δεν την ειδοποίησε πρώτα... Θα ήταν πολύ πιο εύκολο. 
Κλείνει το τηλέφωνο και σταματάει να του μιλήσει. Όπως πάντα, ποτέ εκείνος δεν θα άρχιζε μια συζήτηση. Αν περίμενε για κάτι τέτοιο θα υπήρχε δέκα δευτερολέπτων σιωπή πρώτα και αυτό δεν το ήθελε εκείνη τη στιγμή. Λόγια όμως δεν υπήρχαν. Τον ρώτησε τελικά απλά πότε είχε γυρίσει και εκείνος αποκρίθηκε πριν από λίγες μέρες. Θα ήθελε να μάθει γιατί δεν την πήρε τηλέφωνο να την πληροφορήσει αλλά δεν είχε το δικαίωμα πιά να ρωτήσει. Δεν είχε αλλάξει ιδιαίτερα. Τον περίμενε περισσότερο αλλαγμένο. Το πρόσωπό του πάντως είχε γαληνέψει. Φανταζόταν ότι το αποτέλεσμα της γαλήνης θα έκρυβε κάποια ιστορία πίσω του αλλά δεν ήταν σίγουρη αν ήθελε να την μάθει. Όχι ακόμα τουλάχιστον. 
Και επιτέλους ήρθε η αμήχανη στιγμή, όπως πάντα. Δεν μπορούσε για πολύ ακόμα να κρατήσει την απάθειά της. Αυτός νόμιζε ότι όντως είχε αλλάξει, ότι δεν ήταν η φίλη του πιά. Κοίταξε δεξιά, μετά αριστερά σαν να ήθελε να διώξει την σκέψη που του πέρασε από το μυαλό. Τότε είπε φωναχτά "Γάμησέ το" και την έσφιξε γρήγορα στην αγκαλιά του. Μετά από 1.825 μέρες είχε έρθει επιτέλους η στιγμή που θα τους έκανε να ξεχάσουν την λεπτή γραμμή της απόστασης. Κανείς δεν θα φύγει ξανά.

Και έμειναν εκεί για πάντα.


Τετάρτη, 17 Οκτωβρίου 2012

Αδιέξοδο

"Αυτός ο άνθρωπος με πόναγε τόσο πολύ που δεν μπορούσα να κάνω τίποτα για να σταματήσω αυτή την κρίση. Θυμόμουν σκηνές, στιγμιότυπα και λόγια που επιδείνωναν ακόμα περισσότερο την κατάστασή μου. Δεν το είχα παρατηρήσει μέχρι που με βρήκε ο πατέρας μου στο πάτωμα. Τα δάκρυα είχαν εξελιχθεί σε χείμαρρους -θα 'λεγε κανείς πως άμα τα συγκέντρωνα σ'ένα δοχείο θα ξεπερνούσε το ύψος μου- και έσφιγγα με όλη μου τη δύναμη τα γόνατα έτσι όπως ήμουν κουλουριασμένη. Τα μάτια μου είχαν γίνει κατακόκκινα όχι μόνο εσωτερικά, αλλά φάνταζαν λες και με είχε χτυπήσει κάποιος. Μάλιστα τα δάκρυα από ένα σημείο και μετά έβγαιναν κόκκινα. Φαίνεται δεν υπήρχε τίποτα άλλο να βγει στην επιφάνεια παρά αίμα. Τα μάγουλά μου γέμισαν με αίματα. Τα νύχια μου είχαν μελανιάσει από τη δύναμη που ασκούσα -δε πίστευα ότι θα ήταν τόσο μεγάλη- και από το ανοιχτό μου στόμα για να αναπνεύσω γιατί η μύτη μου είχε βουλώσει έτρεχε λίγο σάλιο στο πάτωμα. Δε μπορούσα να το συγκρατήσω. Έκλαιγα για ατελείωτα λεπτά, ώρες ολόκληρες, η ανάσα μου ήταν τόσο γρήγορα που κόντευα να σκάσω. Νομίζω ότι το σώμα μου έτσι κουλουριασμένο που ήταν κατέλειξε να έχει σπασμούς που τράνταζαν τον πάτωμα. Μάλλον από αυτό τον ήχο ήρθε ο πατέρας μου να με βρεί. Όταν με βρήκε δεν τον κατάλαβα στην αρχή. Μάλλον θα φώναζε. Εγώ κοίταζα τη μορφή που σχημάτιζε το μυαλό μου μπροστά στο παράθυρο. Φυσικά εκείνος δεν την έβλεπε αλλά εγώ ναι. Ήταν αυτός ο άνθρωπος. Δεν με τρόμαζε, η επιρροή όμως που είχε πάνω μου με τρομοκρατούσε. Ο πόνος που μου προκαλούσε δεν έλεγε να σταματήσει επειδή δεν τον σταμάταγε. Δεν μπορούσα να κάνω κάτι γι'αυτό. Είχα δοκιμάσει πολλά αλλά πάντα ερχόμουν σε αδιέξοδο. Αδιέξοδο. Τότε άρχισαν οι λυγμοί. Δεν το άντεχα άλλο, κάπως έπρεπε να σταματήσει ακόμα και άν έπρεπε να "σταματήσω" εγώ. Ο πατέρας μου μπήκε γρήγορα μέσα και με έβαλε στο κρεβάτι. Μου φώναζε, ήθελε να τον δώ, να γυρίσω πίσω σ'αυτόν. Εγώ συνέχιζα να κλαίω, βέβαια οι σπασμοί είχαν σταματήσει. Η φωνή του πατέρα μου ολοένα και θόλωνε τη μορφή που με πονούσε και σταδιακά εξαφανίστηκε. Μετά από λίγο τα δάκρυα έπαυσαν και ο πατέρας μου σκούπησε τα μάγουλά μου. 

Δεν με ρώτησε ποτέ τι έγινε. Αν και στην πραγματικότητα νομίζω ότι "ήξερε". Μου πήρε καιρό να ηρεμήσω. Ο άνθρωπος  και η μορφή του στο μυαλό μου με αναζητούσε συνεχώς. Ανησυχούσε. Δεν άντεχα όμως άλλο πόνο. Στο τέλος κατάλαβα ότι τελικά την ευτυχία μπορείς να την βρείς ακόμα και όταν είσαι μόνος σου. Ο άνθρωπος συνέχισε μέχρι το τέλος της ζωής του να με αναζητά, έτσι μου έλεγαν. Του είχα λείψει. Δεν το πιστεύω όμως. Η μορφή του πάντως στο μυαλό μου δεν εμφανίστηκε ποτέ ξανά."

Κυριακή, 23 Σεπτεμβρίου 2012

We are bound by our passions and desires.


Βγήκε από το σπίτι με υγρά μάτια, σαν πεθαμένος. Το μυαλό του δεν μπορούσε να σκεφτεί καθαρά, περιπλέκονταν συναισθήματα και η αδυναμία του αυτή τον οδηγούσε στην τρέλα. Τόσες ανεπανάληπτες φορές προσπάθησε να καταλάβει γιατί, αν όχι να την πείσει, να την παρακαλέσει, να την απειλήσει να αλλάξει. Να σταματήσει γιατί εκείνος δεν μπορούσε να απομακρυνθεί από κοντά της. Για άλλη μια φορά μετά από μια τέτοια συμπεριφορά, έβγαινε έξω, ένιωθε ανήμπορος να βοηθήσει τον εαυτό του. Τη μισούσε κάτι τέτοιες στιγμές. Από μέσα του μάλιστα φαντασιωνόταν να βγάζει όλο τον πόνο του πάνω της, την αδιαφορία της γι' αυτόν και έπειτα το αίμα που θα έβγαινε από το σώμα της, να έβαφε ακόμα πιο κόκκινα τα μαλλιά της. Μισούσε αυτό το χρώμα. Πέταγε μεμιάς κάθε φορά αυτές τις σκέψεις πριν τελειώσουν γιατί ήταν σαν ναρκωτικό. Δεν μπορούσε να μείνει μακριά της, δεν μπορούσε να ξέρει ότι ήταν θυμωμένη μαζί του. Το μόνο που ήθελε ήταν να είναι ευτυχισμένος μαζί της. Χωρίς να αντιμετωπίζεται ο ίδιος σαν δεδομένο. Παρ' όλο που στην πραγματικότητα αυτό φαινόταν να ήταν. Ένιωθε εξαντλημένος περπατώντας. Διέσχιζε εκείνη την διαδρομή που τόσο λάτρευε να την μοιράζεται μαζί της. Έφτασε στην γέφυρα και δεν σταμάτησε παρά μόνο κοίταζε έντονα, δεν άφηνε το βλέμμα του από τα αυτοκίνητα. Θαύμασε την ταχύτητά τους πλησιάζοντας ακόμα περισσότερο στα κάγκελα. Άνθρωποι φεύγουν, άνθρωποι μένουν, άνθρωποι έρχονται. Δεν μπορούσε να κόψει τον δεσμό, κάθε φορά που σκεφτόταν, που απειλούσε να το κάνει, γινόταν ευάλωτος. Ήταν κομμάτι του. Ήταν σκύλα, αλλά κομμάτι του. Δεν υπήρχε αδιέξοδος. Την βλέπει από μακριά. Τίποτα άλλο δεν είχε σημασία.

Βγήκε από το σπίτι με απίστευτα ήρεμο πρόσωπο, παρ’ ότι τον μισούσε. Τα μάτια της ήταν στεγνά, ήταν αδύνατον να κλάψει κι άλλο. Κατευθύνθηκε εκεί όπως πάντα και παρ’ όλο που ο καιρός ήταν ζεστός εκείνη κρύωνε. Το υπόστεγο του σπιτιού δεν την ζέσταινε πια όπως παλιά τον χειμώνα. Τα μαλλιά της ήταν κόκκινα, σαν αίμα. Θυμάται ότι το μισούσε αυτό το χρώμα. Κι όμως δεν το άλλαξε ποτέ. Της φαινόταν περίεργο τότε, ήταν σαν ένα στοιχείο, μία ιδέα που δεν μπορούσε να την αποχωριστεί. Αλλιώς θα έμενε κενή και η ίδια δεν θα έβρισκε νόημα πλέον. Όπως ακριβώς και τώρα. Ήταν δέσμια των παθών της. Όπως ακριβώς και εκείνος μαζί της. Ήταν μία ατελείωτη εξάρτηση. Μια εξάρτηση από την οποία δεν μπορούσε να φύγει μακριά, να την αποχωριστεί, πόσο μάλλον να την ξεχάσει. Ανάβει ένα τσιγάρο –τι ειρωνεία- αλλά τα λόγια του την βασάνιζαν. «Μια μέρα θα βρεθούμε ξανά». Κοιτάει τον καπνό ζαλισμένη και το τσιγάρο που καίγεται φαντάζει αβοήθητο. Γυρνάει το κεφάλι αηδιασμένη και το πετάει στην άσφαλτο. «Χάνεις τον εαυτό σου και δεν μπορείς να κάνεις τίποτα γι’ αυτό. Οι επιθυμίες και τα πάθη σου σε αιχμαλωτίζουν.» Σε μια γωνία του τοίχου μια αράχνη βρισκόταν απέναντι από το θήραμά της πάνω στον ιστό της. Δεν κατευθυνόταν κατά πάνω του, απλά το παρατηρούσε. Δεν υπάρχει ελπίδα. Τον βλέπει να έρχεται. Τίποτα δεν είχε σημασία πιά.