Πέμπτη, 20 Ιανουαρίου 2011

Σιωπή

Μόλις που βγήκα από το σταθμό του μετρό, έβαλα κατευθείαν τα ακουστικά του mp3 στ' αυτιά μου. Ήταν καλοκαίρι, είχα γυρίσει κιόλας μόνο δύο μέρες από διακοπές στην εξοχή και οι ήχοι της πόλης ηχούσαν παράξενα στα τύμπανά μου, κατά ένα περίεργο λόγο. Είχαν περάσει σχεδόν δύο μήνες. Δύο μήνες απομονωμένη απ 'όλους και απ' όλα. Κανένας φίλος, κανένας γνωστός. Δεν είχα δει το παραμικρό πρόσωπο. Αλλά εντάξει, δεν μπορώ να πω, παρ' όλο το ότι ήταν καλοκαίρι στην πόλη υπήρχε πολύς κόσμος. Άγνωστος κόσμος. Τουλάχιστον ήμουν σε πέντε λεπτά στο φανάρι, περιμένοντας ν' ανάψει πράσινο για τους πεζούς.


Πέρναγαν πολλά αυτοκίνητα. Μου έκανε εντύπωση ένα βαμμένο πολύ έντονο κίτρινο χρώμα. Ασυνήθιστο. Δεν πήγαινε πολύ γρήγορα και έτσι το παρακολουθούσα να φεύγει έχοντας ένα χαζό χαμόγελο στο πρόσωπό μου. Όταν όμως έφτασε στην ευθεία που βρισκόμουν εγώ, διέκρινα αμυδρά κάπου πιο πίσω του στην ίδια πάλι ευθεία, ένα αρκετά γνώριμο πρόσωπο. Το χαζό χαμόγελό μου εξαφανίστηκε μεμιάς. Το ένα ακουστικό μου έπεσε από το αυτί, αλλά τα χέρια μου ήταν ξαφνικά υπερβολικά μουδιασμένα για να το πιάσουν και να το βάλουν στην θέση του., Το μυαλό μου σταμάτησε κάθε σκέψη που είχε εκείνη τη στιγμή, κάθε στροφή που έπαιρνε, το τραγούδι που έπαιζε δεν μπορούσα να το διακρίνω καλά με τους θορύβους της πόλης στο δεξί μου αυτί. Το παγωμένο μου βλέμμα ξαφνικά ζωντάνεψε. Δεν ένιωσα τίποτα, μονάχα ότι τα μάτια μου προσπαθούσαν να μπουν μέσα στα πράσινα δικά του. Ήταν αρκετά μακριά για να διακρίνω κάθε πιθανή λεπτομέρεια, ο δρόμος ήταν φαρδύς. Περιεργάστηκα με την άκρη των ματιών μου την φιγούρα του, χωρίς καμία κίνηση, και φαινόταν τόσο.. τόσο γνώριμη. Τόσο οικεία μα συνάμα τόσο μαγική. Τότε ανακάλυψα ότι και εκείνος έκανε το ίδιο. Έτσι φαντάστηκα τουλάχιστον.

Ήμουν ακίνητη, σαν άγαλμα πεθαμένο και εκείνος το ίδιο. Δεν προσπάθησα ν' ανοίξω το στόμα μου για να ψιθυρίσω κάτι, δεν μπορούσα περισσότερο άλλωστε, γιατί εκτός του ότι δεν θα ακουγόμουν ούτε στους διπλανούς μου, δεν ήμουν ικανή να αρθρώσω έστω μία συλλαβή. Παράτησα αμέσως την σκέψη για απόπειρα συνομιλίας, οποιαδήποτε και αν ήταν αυτή. Κατάλαβα τότε ότι άνθρωποι πολλοί περνούσαν δίπλα μου, πολλές φορές χτυπώντας με ελαφρά με τα βιαστικά τους βήματα. Το φανάρι ήταν ήδη πράσινο και εγώ δεν πέρασα απέναντι, εκείνος δεν πέρασε απέναντι, η συνάντηση δύο ζευγαριών ματιών φαίνεται να ήταν πολύ μεγάλη και προκάλεσε και στους δύο μας διαφορετικά συναισθήματα, μα ίδιες αντιδράσεις.

Ένιωθα σαν μία μαριονέτα ξύλινη που δύο αόρατα χέρια είχαν τον έλεγχο της κάθε κίνησης και έκφρασής μου. Προσπάθησα να σηκώσω κάποια εκατοστά το χέρι μου για ένα μικρό αθώο χαιρετισμό, αλλά φαίνεται δεν τα κατάφερα. Με εξέπληξε το γεγονός ότι την ίδια ακριβώς στιγμή, προσπάθησε να κάνει το ίδιο πράγμα. Σαν να ήμουν μια μαριονέτα που έβλεπε σε ένα καθρέφτη το είδωλό της να κάνει κινήσεις, απλά με διαφορετική μορφή. Τρελό έτσι;
Αναγνώρισα την μελωδία.


"Παλιά φωτογραφία στην άδεια παραλία, σιωπή. 
Κοιτάζω απ΄ το μπαλκόνι το δρόμο που θολώνει η βροχή."

Το φανάρι άναψε ξανά και αυτό με τη σειρά του κόκκινο. Τώρα ήταν που δεν μπορούσα πραγματικά να περάσω απέναντι. Τον κοίταξα επίμονα, σαν αν του λέω: Και τώρα τι κάνουμε; και εκείνος ήταν σαν να μου απαντούσε: Προχωράμε όπως πάντα. Έκανα ένα βήμα προς τα δεξιά και εκείνος από την αντίθετη κατεύθυνση.

"Λένε πως στη χώρα που ναυάγησες βασιλεύουν οι μάγισσες. 
Ουρλιάζουνε στο βυθό και σε βγάζουνε στον αφρό. 
Λένε πως μας άφηνες στα κύματα φυλαχτά και μηνύματα. 
Τα βρήκανε τα πουλιά και χαθήκανε, ξαφνικά."

Απομακρυνόμουν σιγά σιγά, απομακρυνόταν σιγά σιγά... Επικρατούσε σιωπή. Μονάχα σιωπή. Ούτε καν μια ένδειξη έκφρασης.

"Κι η πόλη σαν καράβι, τα φώτα της ανάβει, γιορτή. 
Θυμάμαι που γελούσες, να μείνω μου ζητούσες παιδί"

Προσπαθούσα μάταια να μην χάσω ταυτόχρονα την ματιά του και να μην σκοντάψω σε μιά λακούβα. Πέρασε ένα φορτηγό και τελικά τον έχασα. Σαν να μην υπήρχε εκεί, απέναντί μου. Κανένα σημάδι γι'αυτό. Μονάχα σιωπή.

"Λένε πως στην χώρα που ναυάγησες, βασιλεύουν οι μάγισσες. 
Ουρλιάζουνε στο βυθό και σε βγάζουνε στον αφρό. 
Λένε πως μας άφηνες στα κύματα φυλαχτά και μηνύματα. 
Τα βρήκανε τα πουλιά και χαθήκανε. Ξαφνικά."

14 σχόλια:

  1. Υπέροχο τραγούδι, καταραμένη τύχη.
    Είναι από αυτά που απλά δεν μπορείς να τα σχολιάσεις ούτε να τα ελέγξεις, ούτε και θες... ούτε και μπορείς.

    Καλό βράδυ και καλή χρονιά γιατί νομίζω δεν σου χω πει. :P

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. ....τι να πω και τι να γράψω και τι να σχολιάσω;....απλά να σου πω ότι κλαίω και να σου πω και κάτι ακόμη...δεν κλαίω συχνά...καλή σου νύχτα.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. Λάζαρε, όντως έχεις δίκιο!
    Καλή χρονιά και σε εσένα! :D

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  4. Flying high angel με συγκίνησες, να 'σαι καλά. :)
    Καλό απόγευμα!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  5. Αυτή είναι μία από τις στιγμές που σκέφτεσαι: Και τώρα τι;

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  6. Who am I, πράγματι, είναι πώς το ερμηνεύει κανείς! :)
    Καλή σου μέρα!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  7. Το αγαπω αυτο το τραγουδι <3
    Πολυ ομορφη αναρτηση :)

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  8. Και εγώ Φλέρ. :)
    Ευχαριστώ τα λέμε!

    ΑπάντησηΔιαγραφή