Τετάρτη, 9 Μαρτίου 2011

Μεθυσμένη

Θα σπάσω το κεφάλι μου στο τέλος
σκέφτομαι σκέφτομαι
μα τελειωμό δεν έχω.
Εικόνες σκόρπιες που δεν λένε να ξεθωριάσουν
γράμματα, μεγάλα γράμματα στον τοίχο
λέξεις που είχαν ειπωθεί
εκφράσεις που θα μπορούσαν να είχαν ακουστεί
σπάω σου λέω.
Ακούω το κράκ σιγά σιγά
για να μην τρομάξω.
Το πέπλο με σκεπάζει,
σαν όνειρο απλώνεται,
που δεν έχω την δύναμη να φύγω.
Είναι όμορφα εδώ,
όλα όπως τα συλλογιζόμουν,
μα τόσο ψεύτικα.
Τα βαρέθηκα και αυτά,
η λήθη σταμάτησε πιά.
Νιώθω το νερό κρύο να με κατακλύζει
-λέω να κάτσω και άλλο ακόμα εδώ
δεν με χωράει τίποτα άλλο.
Αναλύσεις,
όχι! το παρελθόν δεν είναι το παροντικό μέλλον μου,
ασυναρτησίες ασυναρτησίες
ξεσπάσματα του οινοπνεύματος.
Δεν ανήκω σε αυτά πλέον,
είναι ωραία εδώ;
 Η μαγεία με κοιτάζει με μισά μάτια από πίσω.
όμορφη, όμορφη, όμορφη με λές.
Ακούω θρύψαλα να πατιούνται με ρυθμό σταθερό
Να ένας φόβος!
Τώρα άλλαξε χρώμα, γκρί σαν την άσφαλτο,
ξέρω τι προσπαθείς να φτιάξεις
Καμουφλάζ, μάσκα πώς το λένε.
Σ' έχω συνηθίσει ξέρεις,
ξέρω όλες τις αποχρώσεις σου.
Ξάπλωσε δίπλα μου,
εσύ με αυτά τα ζωηρά μάτια,
όχι δεν ήμουν ποτέ δική σου
αλλά κοίτα.

Πάνω στο ταβάνι η σκόνη δημιουργεί σχήματα.
Η μεγάλη άρκτος είναι μισοτελειωμένη
δεν φτάνω να την διορθώσω.
Δεν πειράζει όμως.
Με περιμένει η θάλασσα εξάλλου
στρογγυλή είναι σου λέω,
σαν τον φακό μιας φωτογραφικής μηχανής.
Και συνάμα τόσο βαθιά
Την έχω δεί από ψηλά.
Ώρα να πηγαίνω όμως,
με περιμένει ο δικός μου ωκεανός,
μ' ένα χρώμα κόκκινο θα με πνίξει στην αγκαλιά του
και μετά δεν θα 'χω το θάρρος να ξεφύγω.
Είναι καλό που και πού να νιώθεις ασφαλής
σ' ένα ψεύτικο κλουβί.
Περπατάω ανάποδα -μή μ' ακολουθείς έτσι
σκοντάφτω εύκολα.
Τι μου λές; Δεν σ' ακούω καθαρά
Τ' αυτιά μου βουίζουν και τα μάτια μου θολώνουν.
Δεν με χωράει ο κόσμος εδώ πουθενά
αλλόκοτος που περπατάω ο δρόμος είναι.
Κουράστηκα, λέω να κοιμηθώ λίγο.

 Μην με ξεχάσεις,
ξύπνα με, με τούτο το παραμύθι.
Μην με ξεχάσεις,
μεθυσμένη θα σε βρώ.
Ακολουθώ τη φωνή σου.