Τρίτη, 14 Φεβρουαρίου 2012

Ήταν δική του.


"Και τώρα μια τελείως άσχετη ερώτηση.
Ποιό είναι το αγαπημένο λουλούδι που σου έχουν προσφέρει;

(ένα αχνό χαμόγελο απλώνεται στο πρόσωπό της)

Τι μου θύμισες τώρα.. Θυμάμαι ήμουν μικρή. Πολύ μικρή. Γύρω στα 13. Κανένας δεν μου έχει ξαναπροσφέρει λουλούδι. Α ναι ήταν και στην πρώτη δημοτικού, αν και δεν μετράει χαχα. Που λές, ήταν 14 Φεβρουαρίου, τι άλλο; Ήξερα ότι κάποιος θα μου έφερνε κάτι, όλοι το συζητούσανε. Μόλις λοιπόν μπήκα στην τάξη -δεν ήθελα να μπώ- βρήκα μια κόκκινη σακούλα πάνω στο θρανίο μου. Εκεί άρχισε να με πιάνει το αίσθημα της αμηχανίας. Το έσπρωξα γρήγορα από κάτω για να μην φαίνεται, μπάς και καταφέρω να αποφύγω τα σχόλια, αλλά μάταια. Πρώτος ήταν αυτός που μίλησε. Ήμασταν μικρά τότε..  "Δεν θα το ανοίξεις;" θυμάμαι, κάτι τέτοιο είπε. "Όχι", του απαντάω με ψυχράδα εγώ. Είμαι σίγουρη ότι περίμενε αυτή την απάντηση, δεν του έδωσα σημασία τότε οπότε δεν μπορώ να πώ περισσότερα για τις αντιδράσεις της έκφρασής του.Όταν ήρθαν οι δύο φίλες μου το άνοιξαν και εγώ τις κοιτούσα με απάθεια. Μέχρι που είδα το τριαντάφυλλο, αυτό το υπέροχο κόκκινο τριαντάφυλλο λές και ήτανε βαμμένο με κόκκινα δάκρυα σιωπής. Τους είπα αμέσως όμως: "Πάρτε τα, δεν τα θέλω". Ήξεραν και οι δύο πως ήμουν, δεν έφεραν αντίρρηση. Άκουσα πολλούς χαρακτηρισμούς εκείνη την μέρα. Αναίσθητη, άκαρδη κτλ. Γύρισα από το σχολείο με φανερά νευρική διάθεση. όταν βγήκα μετά από τρία τέταρτα για να πάω φροντηστήριο, καθώς κατέβαινα τα σκαλιά είδα κάτι κόκκινο να δεσπόζει στην μεγάλη γλάστρα την πολυκατοικίας. Κόντεψα να σκοντάψω εκείνη την στιγμή, δεν είναι δυνατόν λέω από μέσα μου. Το κοίταξα με μίσος σχεδόν και έτρεξα κατευθείαν με νευρικό βήμα στο δρόμο. Δεν μπορούσα να σταματήσω να το σκέφτομαι. Μετά την επόμενη μέρα, μου είπαν τα κορίτσια ότι το είχαν βάλει εκείνες. "Αυτό ήταν καθαρά δικό σου" μου είπαν. Δε μίλησα. Πάλι για το φροντηστήριο ξεκινώντας δεν μπόρεσα να μην σταματήσω για δύο δευτερόλεπτα να το κοιτάξω. Μηχανικά κοίταξα γύρω μου και χωρίς να με δεί κανένας έκοψα δύο πέταλα και τα έβαλα στην τσέπη του μπουφάν μου. Ένιωθα την υφή τους, ήταν τόσο βελούδινα... Αυτό άρχισε να γίνεται για τρείς-τέσσερις μέρες περίπου μέχρι που μια μέρα δεν υπήρχε κάτι να κόψω. Σταμάτησε να υπάρχει το τριαντάφυλλό μου, κάποιος το είχε πετάξει. Έτσι το μόνο που μου έμεινε από αυτό ήταν μια μικρή ανάμνηση και τα κομμένα πέταλα που τα φύλαξα μέχρι και σήμερα σε ένα κουτί."

Έκλεισε την τηλεόραση, συγκινημένος. Δε μπορούσε να ακούσει τίποτα παραπάνω, την ιστορία την ήξερε ήδη, τίποτα φοβερό δεν έγινε. Μάλλον δεν κατανόησε εκείνος τίποτα από τα σημάδια που του έστελνε. Επιτέλους, την βρήκε.

Κάποιος άλλος σε μια διαφορετική πόλη συνέχισε να ακούει την ιστορία της, βρίσκοντας τον εαυτό του σε πολλές στιγμές να είναι απορροφημένος από τις δικές του σκέψεις. Θυμόταν τις στιγμές που είχαν περάσει μαζί. Ήταν απλά αξέχαστες. Ήξερε ότι η ιστορία της για το τριαντάφυλλο και τα πέταλα, η ιστορία της για εκείνον, δεν είχε σημασία πλέον για την ίδια. Έτσι δεν υπήρχε καμία ανησυχία στο πρόσωπό του. Ήταν δική του.
Ήρθε από πάνω του αθόρυβα και του είπε καλημέρα. Είδε το πρόσωπό της στην οθόνη και γέλασε με την απάντηση που είχε δώσει τότε. Πόσο αφελής...
Ήταν δική του. Και τίποτε άλλο δεν είχε σημασία.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου