Κυριακή, 23 Σεπτεμβρίου 2012

We are bound by our passions and desires.


Βγήκε από το σπίτι με υγρά μάτια, σαν πεθαμένος. Το μυαλό του δεν μπορούσε να σκεφτεί καθαρά, περιπλέκονταν συναισθήματα και η αδυναμία του αυτή τον οδηγούσε στην τρέλα. Τόσες ανεπανάληπτες φορές προσπάθησε να καταλάβει γιατί, αν όχι να την πείσει, να την παρακαλέσει, να την απειλήσει να αλλάξει. Να σταματήσει γιατί εκείνος δεν μπορούσε να απομακρυνθεί από κοντά της. Για άλλη μια φορά μετά από μια τέτοια συμπεριφορά, έβγαινε έξω, ένιωθε ανήμπορος να βοηθήσει τον εαυτό του. Τη μισούσε κάτι τέτοιες στιγμές. Από μέσα του μάλιστα φαντασιωνόταν να βγάζει όλο τον πόνο του πάνω της, την αδιαφορία της γι' αυτόν και έπειτα το αίμα που θα έβγαινε από το σώμα της, να έβαφε ακόμα πιο κόκκινα τα μαλλιά της. Μισούσε αυτό το χρώμα. Πέταγε μεμιάς κάθε φορά αυτές τις σκέψεις πριν τελειώσουν γιατί ήταν σαν ναρκωτικό. Δεν μπορούσε να μείνει μακριά της, δεν μπορούσε να ξέρει ότι ήταν θυμωμένη μαζί του. Το μόνο που ήθελε ήταν να είναι ευτυχισμένος μαζί της. Χωρίς να αντιμετωπίζεται ο ίδιος σαν δεδομένο. Παρ' όλο που στην πραγματικότητα αυτό φαινόταν να ήταν. Ένιωθε εξαντλημένος περπατώντας. Διέσχιζε εκείνη την διαδρομή που τόσο λάτρευε να την μοιράζεται μαζί της. Έφτασε στην γέφυρα και δεν σταμάτησε παρά μόνο κοίταζε έντονα, δεν άφηνε το βλέμμα του από τα αυτοκίνητα. Θαύμασε την ταχύτητά τους πλησιάζοντας ακόμα περισσότερο στα κάγκελα. Άνθρωποι φεύγουν, άνθρωποι μένουν, άνθρωποι έρχονται. Δεν μπορούσε να κόψει τον δεσμό, κάθε φορά που σκεφτόταν, που απειλούσε να το κάνει, γινόταν ευάλωτος. Ήταν κομμάτι του. Ήταν σκύλα, αλλά κομμάτι του. Δεν υπήρχε αδιέξοδος. Την βλέπει από μακριά. Τίποτα άλλο δεν είχε σημασία.

Βγήκε από το σπίτι με απίστευτα ήρεμο πρόσωπο, παρ’ ότι τον μισούσε. Τα μάτια της ήταν στεγνά, ήταν αδύνατον να κλάψει κι άλλο. Κατευθύνθηκε εκεί όπως πάντα και παρ’ όλο που ο καιρός ήταν ζεστός εκείνη κρύωνε. Το υπόστεγο του σπιτιού δεν την ζέσταινε πια όπως παλιά τον χειμώνα. Τα μαλλιά της ήταν κόκκινα, σαν αίμα. Θυμάται ότι το μισούσε αυτό το χρώμα. Κι όμως δεν το άλλαξε ποτέ. Της φαινόταν περίεργο τότε, ήταν σαν ένα στοιχείο, μία ιδέα που δεν μπορούσε να την αποχωριστεί. Αλλιώς θα έμενε κενή και η ίδια δεν θα έβρισκε νόημα πλέον. Όπως ακριβώς και τώρα. Ήταν δέσμια των παθών της. Όπως ακριβώς και εκείνος μαζί της. Ήταν μία ατελείωτη εξάρτηση. Μια εξάρτηση από την οποία δεν μπορούσε να φύγει μακριά, να την αποχωριστεί, πόσο μάλλον να την ξεχάσει. Ανάβει ένα τσιγάρο –τι ειρωνεία- αλλά τα λόγια του την βασάνιζαν. «Μια μέρα θα βρεθούμε ξανά». Κοιτάει τον καπνό ζαλισμένη και το τσιγάρο που καίγεται φαντάζει αβοήθητο. Γυρνάει το κεφάλι αηδιασμένη και το πετάει στην άσφαλτο. «Χάνεις τον εαυτό σου και δεν μπορείς να κάνεις τίποτα γι’ αυτό. Οι επιθυμίες και τα πάθη σου σε αιχμαλωτίζουν.» Σε μια γωνία του τοίχου μια αράχνη βρισκόταν απέναντι από το θήραμά της πάνω στον ιστό της. Δεν κατευθυνόταν κατά πάνω του, απλά το παρατηρούσε. Δεν υπάρχει ελπίδα. Τον βλέπει να έρχεται. Τίποτα δεν είχε σημασία πιά.



2 σχόλια: