Τετάρτη, 17 Οκτωβρίου 2012

Αδιέξοδο

"Αυτός ο άνθρωπος με πόναγε τόσο πολύ που δεν μπορούσα να κάνω τίποτα για να σταματήσω αυτή την κρίση. Θυμόμουν σκηνές, στιγμιότυπα και λόγια που επιδείνωναν ακόμα περισσότερο την κατάστασή μου. Δεν το είχα παρατηρήσει μέχρι που με βρήκε ο πατέρας μου στο πάτωμα. Τα δάκρυα είχαν εξελιχθεί σε χείμαρρους -θα 'λεγε κανείς πως άμα τα συγκέντρωνα σ'ένα δοχείο θα ξεπερνούσε το ύψος μου- και έσφιγγα με όλη μου τη δύναμη τα γόνατα έτσι όπως ήμουν κουλουριασμένη. Τα μάτια μου είχαν γίνει κατακόκκινα όχι μόνο εσωτερικά, αλλά φάνταζαν λες και με είχε χτυπήσει κάποιος. Μάλιστα τα δάκρυα από ένα σημείο και μετά έβγαιναν κόκκινα. Φαίνεται δεν υπήρχε τίποτα άλλο να βγει στην επιφάνεια παρά αίμα. Τα μάγουλά μου γέμισαν με αίματα. Τα νύχια μου είχαν μελανιάσει από τη δύναμη που ασκούσα -δε πίστευα ότι θα ήταν τόσο μεγάλη- και από το ανοιχτό μου στόμα για να αναπνεύσω γιατί η μύτη μου είχε βουλώσει έτρεχε λίγο σάλιο στο πάτωμα. Δε μπορούσα να το συγκρατήσω. Έκλαιγα για ατελείωτα λεπτά, ώρες ολόκληρες, η ανάσα μου ήταν τόσο γρήγορα που κόντευα να σκάσω. Νομίζω ότι το σώμα μου έτσι κουλουριασμένο που ήταν κατέλειξε να έχει σπασμούς που τράνταζαν τον πάτωμα. Μάλλον από αυτό τον ήχο ήρθε ο πατέρας μου να με βρεί. Όταν με βρήκε δεν τον κατάλαβα στην αρχή. Μάλλον θα φώναζε. Εγώ κοίταζα τη μορφή που σχημάτιζε το μυαλό μου μπροστά στο παράθυρο. Φυσικά εκείνος δεν την έβλεπε αλλά εγώ ναι. Ήταν αυτός ο άνθρωπος. Δεν με τρόμαζε, η επιρροή όμως που είχε πάνω μου με τρομοκρατούσε. Ο πόνος που μου προκαλούσε δεν έλεγε να σταματήσει επειδή δεν τον σταμάταγε. Δεν μπορούσα να κάνω κάτι γι'αυτό. Είχα δοκιμάσει πολλά αλλά πάντα ερχόμουν σε αδιέξοδο. Αδιέξοδο. Τότε άρχισαν οι λυγμοί. Δεν το άντεχα άλλο, κάπως έπρεπε να σταματήσει ακόμα και άν έπρεπε να "σταματήσω" εγώ. Ο πατέρας μου μπήκε γρήγορα μέσα και με έβαλε στο κρεβάτι. Μου φώναζε, ήθελε να τον δώ, να γυρίσω πίσω σ'αυτόν. Εγώ συνέχιζα να κλαίω, βέβαια οι σπασμοί είχαν σταματήσει. Η φωνή του πατέρα μου ολοένα και θόλωνε τη μορφή που με πονούσε και σταδιακά εξαφανίστηκε. Μετά από λίγο τα δάκρυα έπαυσαν και ο πατέρας μου σκούπησε τα μάγουλά μου. 

Δεν με ρώτησε ποτέ τι έγινε. Αν και στην πραγματικότητα νομίζω ότι "ήξερε". Μου πήρε καιρό να ηρεμήσω. Ο άνθρωπος  και η μορφή του στο μυαλό μου με αναζητούσε συνεχώς. Ανησυχούσε. Δεν άντεχα όμως άλλο πόνο. Στο τέλος κατάλαβα ότι τελικά την ευτυχία μπορείς να την βρείς ακόμα και όταν είσαι μόνος σου. Ο άνθρωπος συνέχισε μέχρι το τέλος της ζωής του να με αναζητά, έτσι μου έλεγαν. Του είχα λείψει. Δεν το πιστεύω όμως. Η μορφή του πάντως στο μυαλό μου δεν εμφανίστηκε ποτέ ξανά."